Η θεμελιώδης αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος
Πολύ συχνά και σε καθημερινή βάση, ακούμε ανθρώπους να χρησιμοποιούν περίπλοκες και ιερές λέξεις όπως η ελευθερία και η δημοκρατία. Αρχικά να ξεκαθαρίσω πως είναι αυτονόητο ότι οι δύο αυτές λέξεις συμβαδίζουν και συνδιαμορφώνουν την πολιτειακή δομή μίας κοινωνίας. Ελευθερία χωρίς δημοκρατία δεν υπάρχει και δημοκρατία χωρίς ελευθερία επίσης δεν υπάρχει. Το απλό αυτό συμπέρασμα όμως, για να ευδοκιμήσει στην πράξη, πρέπει να βασίζεται σε μία ξεκάθαρη ερμηνεία των δύο πολύ σημαντικών αυτών όρων.
Βλέπετε το δίλημμα μεταξύ δημοκρατίας και στρατιωτικής δικτατορίας είναι έντιμο και ξεκάθαρο. Εύκολα μπορείς να διαλέξεις ποια κοσμοθεωρία θα ακολουθήσεις. Τι γίνεται όμως όταν ένα αλλόκοτο, απολυταρχικό και βασισμένο σε μία σχέση πατρωνίας μεταξύ της πολιτείας και του πολίτη, σύστημα διακυβέρνησης, τεχνηέντως παρουσιάζεται ως η πραγματική δημοκρατία; Τι γίνεται όταν η ισχνή μειοψηφία, χωρίς καμία δημοκρατική διαδικασία και εντελώς αυθαίρετα, επιχειρεί να χειραγωγήσει την συντριπτική πλειοψηφία και να δράσει εξ' ονόματος της; ( π.χ. καταλήψεις, απεργίες κλπ) Εδώ πλέον συντελείται και θα συντελείται εάν θέλετε εις τους αιώνας των αιώνων, μία ατέρμονη ιδεολογική, πνευματική και φιλοσοφική αντιπαράθεση. Μία αντιπαράθεση άκρως θεμιτή και ΑΝΑΓΚΑΙΑ για τη βελτίωση του πολιτειακού συστήματος, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας μας, αρκεί να συντελείται με κάποιους λογικούς όρους και κοινές συνισταμένες.
Είναι λοιπόν απολύτως κατανοητό και λογικό, να διαφωνούμε, για το κατά πόσο οι θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος εφαρμόζονται. Για το κατά πόσο υφίσταται η αρχή της ισονομίας στον τόπο μας ή για το κατά πόσο η αρχή του κοινωνικού κράτους εφαρμόζεται με τρόπο ουσιαστικό και ωφέλιμο για τους ασθενέστερους συμπολίτες μας. Είναι όμως παράλογο, να παραβλέπουμε τη βασική αρχή πάνω στην οποία «χτίστηκε» η ιδέα της δημοκρατίας. Στην αρχή της πλειοψηφίας. Ποια όμως η μεγάλη διαφωνία στο συγκεκριμένο ζήτημα; Η μία πλευρά θεωρεί πως η θέληση της πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού εκφράζεται μέσω των εθνικών εκλογών, αλλά και μέσω της άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων των πολιτών (συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας απέναντι στην κυβερνητική πολιτική). Η άλλη πλευρά, θεωρεί πως οι εκλογές δημιουργούν μία εικονική πραγματικότητα, η οποία «εγκλωβίζει» και «φιμώνει» την μεγάλη σιωπηρή λαϊκή πλειοψηφία, ενώ όμως κατηγορούν τους αντιπάλους τους, ως υπέρμαχους μίας ολιγαρχικής μορφής διακυβέρνησης, διαλέγουν να φορούν το «κουστούμι» του λαϊκού σωτήρα ( ασχέτως εάν η συντριπτική πλειοψηφία δεν τους το ζήτησε και ποτέ) και επικαλούμενοι τις συλλογικές και ατομικές τους ελευθερίες, δρουν ενάντια στην κοινή γνώμη που δήθεν υπερασπίζονται.
Βέβαια τα άτομα αυτά δεν προέρχονται από παρθενογένεση. Και δεν προέρχονται από παρθενογένεση, διότι όταν ασπάζεσαι μία ιδεολογία, οφείλεις να ασπαστείς και τα πρακτικά και "χειροπιαστά" αποτελέσματα της. Η ιδεολογία που ως επί το πλείστον πρεσβεύουν τα συγκεκριμένα άτομα λοιπόν, έχει εφαρμοστεί και εφαρμόζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο από το 1917 και έπειτα. Όταν λοιπόν όπου έχει εφαρμοστεί η ιδεολογική σου κοσμοθεωρία, το αποτέλεσμα της είναι η βίαιη φίμωση κάθε αντίθετης άποψης, η ολοκληρωτική άσκηση της εξουσίας καθώς και ο στιγματισμός των αντιφρονούντων, πως μπορείς να ομιλείς για ατομικές και συλλογικές ελευθερίες; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απλή και διόλου σύνθετη: Μιλάς διότι δεν εφαρμόζεται η δική σου κοσμοθεωρία. Μιλάς διότι σε ένα δημοκρατικό καθεστώς μπορεί η γνώμη της πλειοψηφίας να υπερισχύει, μα κάθε ενεργός πολίτης έχει το δικαίωμα να εκφέρει την άποψη του και αυτή να καταγράφεται στο δημόσιο διάλογο με πλήρη σεβασμό.
Θέλω όμως να γίνω πιο συγκεκριμένος και να αναφερθώ στο «φλέγον» θέμα της επικαιρότητας και τις περίφημες μαθητικές καταλήψεις. Οι ανησυχίες της νέας γενιάς ασφαλώς και πρέπει να γίνονται σεβαστές και ασφαλώς πρέπει να εκφράζονται. Η πολιτεία ασφαλώς και πρέπει επιτέλους να δώσει στο εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα την πρέπουσα προσοχή και να πάψει να το περιθωριοποιεί και να το υποβαθμίζει. Οι περίφημες καταλήψεις όμως πως συμβάλλουν στο συγκεκριμένο και απολύτως ορθό αίτημα της νέας γενιάς; Πως λοιπόν μία ισχνή μειοψηφία κλείνοντας ένα ΔΗΜΟΣΙΟ κτήριο, παρά τη θέληση της κοινής μαθητικής και φοιτητικής γνώμης, παράγει πολιτική; Πως είναι δυνατόν η παύση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, να βοηθά στην αναβάθμιση και όχι στη περιθωριοποίηση της; Διότι ας μη γελιόμαστε, για το γεγονός πως τα ιδιωτικά σχολεία και πανεπιστήμια θεωρούνται ποιοτικότερα από τα δημόσια, μεγάλη ευθύνη έχουμε εμείς οι ίδιοι οι μαθητές και οι φοιτητές. Εμείς οι ίδιοι, υπακούοντας στα κελεύσματα και στις άναρθρες κραυγές μίας μειοψηφούσας πλειοψηφίας, δημιουργούμε αρνητικά συναισθήματα για εμάς στην κοινή γνώμη. Ασφαλώς όμως, οι μεγαλύτερες και ουσιαστικότερες ευθύνες ανήκουν στους πολιτικούς εκείνους που δικαιολογούν τέτοιου είδους ανούσιες και αντιδημοκρατικές πρακτικές, υπερασπιζόμενοι δήθεν τη δημόσια εκπαίδευση, αλλά στέλνουν τα παιδιά τους να μαθητεύσουν σε ιδιωτικά σχολεία. Και έχουν βαρύτατες ευθύνες, διότι με αυτή την υποκριτική και δημαγωγική στάση τους οδηγούν το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα στην πνευματική του υποβάθμιση και στην απομόνωση του από το κοινωνικό σύνολο.
Είναι λοιπόν ξεκάθαρο κατ'εμέ, ότι κάθε ΔΙΚΑΙΟΣ αγώνας για την ουσιαστική εγκαθίδρυση της αξιοκρατίας ( ρήξη με το πελατειακό σύστημα του παρελθόντος και όχι απλώς «αλλαγή φρουράς»), της ισονομίας ( πρωθυπουργός, υπουργοί, βουλευτές, μεγαλοεπιχειρηματίες και απλοί πολίτες όλοι ίσοι απέναντι στο νόμο χωρίς αστερίσκους και προϋποθέσεις), αλλά και της λαϊκής κυριαρχίας ( ο λαός να έχει ενεργό ρόλο στο νομοθετικό έργο της πολιτείας, μέσω μίας σύγχρονης διαδικτυακής εκκλησίας του δήμου, όπως έχω αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο μου), οφείλει να γίνεται, σεβόμενος τη βασική αρχή της δημοκρατίας. Σεβόμενος την νόμιμη λαϊκή και κοινοβουλευτική πλειοψηφία η οποία διαμορφώθηκε μέσω των νόμιμων δημοκρατικών διαδικασιών. Εάν λοιπόν θέλουμε την αναβάθμιση του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, οφείλουμε πράγματι να ακούσουμε την κοινή γνώμη. Οφείλουν οι εκάστοτε κυβερνώντες, με αρετή και τόλμη να πραγματοποιούν το κυβερνητικό πρόγραμμα το οποίο ο λαός ενέκρινε, διαφορετικά να αποχωρούν από την πολιτική ζωή του τόπου. Διότι εάν μία κυβέρνηση ασκεί την πολιτική την οποία υποσχέθηκε προεκλογικά να εφαρμόσει, τότε το δημοκρατικό πολίτευμα δεν κινδυνεύει αλλά αναβαθμίζεται. Εάν οι ατομικές και συλλογικές ελευθερίες γίνουν το «όχημα» για μία συγκροτημένη λαϊκή κίνηση, η οποία θα βοηθήσει με παραγωγικό και ουσιαστικό τρόπο στη διόρθωση των στρεβλώσεων του πολιτειακού μας συστήματος, τότε ναι. Τότε δημοκρατία και ελευθερία, θα είναι δύο λέξεις οι οποίες πραγματικά θα συμβαδίζουν, εξασφαλίζοντας το αίσθημα της δικαιοσύνης και της νομιμότητας στον τόπο μας.
Υ.Γ. Κλείνω το κείμενο αυτό, με έναν σοφό ορισμό του σπουδαίου Αττικού ρήτορα, του Αισχίνη για το δημοκρατικό πολίτευμα. Ενός ρήτορα που με τους «φλογερούς» και παθιασμένους λόγους του, πάντοτε κατάφερνε να σαγηνεύει και να ενθουσιάζει τον Αθηναϊκό δήμο: "Πράγματι είναι από όλους παραδεκτό, ότι τρία είδη πολιτευμάτων υπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους: η μοναρχία, η ολιγαρχία και η δημοκρατία. Και της μεν ολιγαρχίας και μοναρχίας η διοίκηση ορίζεται από τη θέληση εκείνων που είναι επικεφαλής αυτών, των δε πόλεων που έχουν δημοκρατία, η διοίκηση κανονίζεται από τους νόμους"!

