Ο πλούτος θνητός, η δόξα αθάνατος
Η σοφή αυτή αρχαιοελληνική παροιμία, είναι θεωρώ η πιο κατάλληλη για να χαρακτηρίσει το βίο της σπουδαίας προσωπικότητας, την οποία θα μνημονεύσω στο σημερινό μου άρθρο. Ενός μεγάλου αθλητή, αλλά και ενός ακόμα πιο μεγάλου ανθρώπου. Αναφέρομαι ασφαλώς στον σπουδαίο ολυμπιονίκη μας, τον Κωνσταντίνο Τσικλητήρα.
Ο Κωνσταντίνος Τσικλητήρας λοιπόν, γεννήθηκε την 30η Οκτωβρίου του 1888 στην Πύλο της Μεσσηνίας. Καταγόταν από μία οικογένεια υψηλά ιστάμενη στην τοπική κοινωνία, καθώς ο πατέρας του υπήρξε ιατρός στο επάγγελμα, ενώ είχε διατελέσει επί σειρά ετών δήμαρχος της περιοχής και η μητέρα του καταγόταν από την ξακουστή οικογένεια των Καλογερόπουλων. Ο Κωνσταντίνος, είχε επίσης και δύο αδέρφια. Τη μεγαλύτερη αδερφή του Ελένη και τον μικρότερο αδερφό του Σταύρο. Έχοντας μεγαλώσει σε μία οικογένεια με τόσο ένδοξο και λαμπρό παρελθόν, ο ίδιος υποσυνείδητα, αισθανόταν την ανάγκη να φανεί αντάξιος του παρελθόντος τούτου. Ο αθλητισμός λοιπόν, αυτή η μεγάλη του αγάπη, αποτέλεσε για εκείνον το κατάλληλο εφαλτήριο για την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων του.
Ο Τσικλητήρας, ονειρευόταν την ημέρα που θα πήγαινε στην Αθήνα και θα ξεκινούσε την αθλητική του σταδιοδρομία. Από πολύ μικρός, γνώριζε ότι το πεπρωμένο του δεν ήταν να γίνει ένας ακόμα κοσμικός κύριος της «καλής κοινωνίας», αλλά ένας αθλητής που σε καιρούς ειρήνης, θα εξύψωνε το φρόνημα των συμπατριωτών του. Θέλοντας να επιτύχει το στόχο του αυτό λοιπόν, έκανε το χατίρι στον πατέρα του να ταξιδέψει στην Αθήνα, για να σπουδάσει οικονομικά. Ο Τσικλητήρας όμως δεν ήταν φτιαγμένος για αυτή τη ζωή, που η κοινωνική του θέση του προοιώνιζε. Μόλις λοιπόν βρήκε την ευκαιρία, εγγράφηκε το 1905 σε ηλικία μόλις 17 ετών, στον Πανελλήνιο Γυμναστικό σύλλογο και ξεκίνησε να διεκδικεί το όνειρο του. Ο καλοβαλμένος αυτός νέος ( ύψος 1.92 και σκαρί λεπτό και συνετό), με το ευγενές παρουσιαστικό και ύφος, με τον καλλιεργημένο νου και την πολυεπίπεδη γνώση που κατείχε (γνώριζε να ομιλεί αγγλικά και γαλλικά), στο στάδιο του στίβου, γινόταν σκέτο «αγρίμι». Ο Αντώνης Δελώνης μάλιστα, στο βιβλίο του «Ταξίδι στη δόξα», τον περιγράφει ως έναν οξυδερκή και ώριμο νέο, μερικές φορές ηθελημένα απόμακρο, ο οποίος ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στον στόχο του να διακριθεί. Ήταν δε τόσο φιλόδοξος, ώστε πάντοτε, δεν έμενε ικανοποιημένος με τις αποδόσεις του. Πάντοτε ήθελε να φτάσει ακόμα πιο ψηλά, ενώ η ήττα για αυτόν δεν ήταν ένα ακόμα δεδομένο της ζωής, αλλά μία πραγματικά θλιβερή και επίπονη διαδικασία. Μία «ντροπή», την οποία επιτυχώς «ξέπλενε» θα σημειώσω εγώ, στον επόμενο αγώνα.
Στους Πανελλήνιους αγώνες του 1906, οι οποίοι αποτέλεσαν και το «βάπτισμα του πυρός» για αυτόν, έλαβε την Τρίτη θέση στο μήκος άνευ φόρας, αποδεικνύοντας τις απίστευτες δυνατότητες του. Το «λαμπρό του άστρο» όμως, τον πρόδωσε το ίδιο έτος, στους Μεσολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας, όπου ο Τσικλητήρας κατετάγη έκτος στο ύψος άνευ φοράς, ενώ στο μήκος άνευ φοράς αποκλείστηκε από τους προημιτελικούς αγώνες. Η αποτυχία αυτή βέβαια, όχι μόνο δεν τον πτόησε, αλλά αντίθετα, τον οδήγησε σε «λεωφόρους» ανείπωτης χαράς, τιμής και δόξας. Με τη βοήθεια λοιπόν των προπονητών του, αλλά και του καλού του φίλου και πολύπειρου ολυμπιονίκη, Νικόλαου Γεωργαντά, το 1907 κατακτά τρία χρυσά μετάλλια στους Πανιώνιους Αγώνες της Σμύρνης: στο άλμα εις μήκος, στο άλμα εις ύψος και ύψος άνευ φόρας. Την επόμενη χρονιά δε, έρχεται η πρώτη πραγματικά σπουδαία διάκριση, καθώς στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, ο ευθυτενής και ευπατρίδης αυτός νέος, κερδίζει δύο αργυρά μετάλλια στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ. και στο μήκος άνευ φοράς με 3.25 μ. κάνοντας περήφανους όλους τους Έλληνες και αφήνοντας ακόμα περισσότερες υποσχέσεις για το μέλλον.
Υποσχέσεις τις οποίες και τήρησε ο σπουδαίος αυτός αθλητής και άνθρωπος, αφού μετά τις πολλές διακρίσεις σε πανελλήνιο επίπεδο και μόλις τέσσερα χρόνια μετά το «έπος του Λονδίνου», ως άλλος Όμηρος, έγραψε στη Στοκχόλμη ένα δεύτερο και ακόμα λαμπρότερο και ενδοξότερο έπος: Στους Ολυμπιακούς της Στοκχόλμης το 1912 λοιπόν, ο Κωστής Τσικλητήρας κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς με 3.37 μ. (παγκόσμιο ρεκόρ του ιδίου με 3.47 μ. από την 1η Απριλίου) και χάλκινο στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ., αφού χρειάστηκε να δώσει σκληρή μάχη και στα δύο αγωνίσματα με τους αδελφούς Άνταμς από τις ΗΠΑ. Σε μία περίοδο τεταμένη και με το έπος των Βαλκανικών αγώνων να αναμένεται από στιγμή σε στιγμή, η νίκη αυτή του Κωνσταντίνου Τσικλητήρα, εξύψωσε το ηθικό όλων των Ελλήνων. Πολλοί Έλληνες μάλιστα, θέλοντας να ανταποδώσουν στον σπουδαίο ολυμπιονίκη τη χαρά που τους χάρισε απλόχερα, του επιφύλαξαν μία θριαμβευτική υποδοχή, ενώ τα επαινετικά και διθυραμβικά σχόλια που του επιφύλαξε ο έντυπος τύπος της εποχής, είναι ευκόλως εννοούμενα θαρρώ...
Δυστυχώς όμως, το έπος της Στοκχόλμης, αποτέλεσε το τελευταίο Αθλητικό έπος του ευπατρίδη νέου. Βλέπετε ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος ξέσπασε και πραγματικός ξεσηκωμός επικρατεί μεταξύ των Ελλήνων. Οι πάντες είναι έτοιμοι να στρατευτούν στον αγώνα για την απελευθέρωση των αλύτρωτων αδερφών τους. Ο Κωστής Τσικλητήρας, αυτός ο γνήσιος πατριώτης, δε θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση εννοείται. Ευθύς αμέσως έθεσε εαυτόν στη διάθεση της πατρίδος, μα εκείνη δε θέλησε να διακινδυνεύσει τη ζωή, ενός τόσο σπουδαίου τέκνου της. Ο ίδιος ο πρίγκιπας Νικόλαος, έκανε ότι μπορούσε για να αποτρέψει την αποστολή του Τσικλητήρα στο μέτωπο, μα εκείνος ήταν ανένδοτος. Παρά λοιπόν τους φόβους των γονέων του, οι οποίοι φοβόντουσαν ότι ο μοσχαναθρεμμένος υιός τους, δε θα άντεχε στις ζοφερές συνθήκες του πολέμου, ο Τσικλητήρας παρουσιάστηκε στην Καλαμάτα, μετέβη στην Λάρισα και αρνήθηκε την πρόταση για να επιστρέψει στην Αθήνα ως φρούραρχος. Αργότερα βρέθηκε στο μέτωπο της Ηπείρου, όμως παρά τη δική του ακλόνητη θέληση να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή, με πρωτοβουλία του πρίγκιπα Νικόλαου, οι ανώτεροι του, τεχνηέντως τον κρατούσαν μακριά από τη «φλόγα» της μάχης και του ανέθεταν να συνοδεύει αιχμαλώτους και όποια άλλη δουλειά εξασφάλιζε την απουσία του απ' το μέτωπο....
Το Δεκέμβριο λοιπόν, ο γενναίος Ολυμπιονίκης, επιστρέφει στην Αθήνα απογοητευμένος, καθώς άφηνε τους συμπολεμιστές του στο μέτωπο της Ηπείρου. Όμως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο μέτωπο, Ο Κωστής Τσικλητήρας προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα και αρρώστησε πολύ βαριά. Και παρά τα πρόσκαιρα ενθαρρυντικά δείγματα, ο ένδοξος εκπρόσωπος του ολυμπιακού ιδεώδους και ο πραγματικός αυτός πατριώτης, άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Φεβρουαρίου 1913, σε ηλικία μόλις 25 ετών. Σοκ και δέος στην κοινή Ελληνική γνώμη, η οποία κλήθηκε να αποχαιρετήσει τόσο γρήγορα και τόσο απροσδόκητα, ένα άξιο τέκνον της. Έναν άξιο τέκνο της, το οποίο δε δίστασε στιγμή να εκπληρώσει το χρέος του προς την πατρίδα, είτε από τα μεγάλα ολυμπιακά στάδια είτε από τα ορεινά εδάφη της Ηπείρου.
Αυτή ήταν λοιπόν η ιστορία, ενός γνήσιου Έλληνα. Ενός γνήσιου Ολυμπιονίκη. Ο βίος του Κωστή Τσικλητήρα αποτελεί εν τέλει ένα διαχρονικό πρότυπο επιμονής, πατριωτισμού και ανιδιοτέλειας. Το οικογενειακό του μνήμα δε, στο οποίο τάφηκε και το οποίο κοσμούν οι 5 ολυμπιακοί κύκλοι (δύο ακόμα μέλη της οικογενείας του έλαβαν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες), αποτελεί ένα ακόμα σπουδαίο κομμάτι της ελληνικής ιστορίας. Αποτελεί ένα ακόμα σύμβολο της απέραντης θέλησης και των τρανών αξιών που διακατέχουν το έθνος μας.